6 Poemas de Odyseas Elyttis

Helena

La primera gota de lluvia asesinó el verano.
Se mojaron las palabras que engendraron claridades de estrellas.
¡Todas las palabras únicamente dedicadas a Ti!
A dónde tenderemos  las manos si el tiempo nos desdeña.
Dónde dejaremos los ojos si los últimos perfiles zozobraron en las nubes,
Si tus párpados se cerraron sobre nuestros paisajes
Y estamos – como si la niebla pasase entre nosotros –
Terriblemente solos, rodeados por tus imágenes muertas.

Con la frente en el cristal velamos el nuevo sufrimiento.
No es la muerte quien nos rendirá puesto que Tú existes,
Puesto que existe en otro lugar un viento para vivirte eternamente,
Para vestirte de cerca como te viste de lejos nuestra esperanza.

Puesto que existe en otro lugar
Una verde llanura que se extiende desde tu sonrisa al sol,
Diciéndole en confianza que volveremos a encontrarnos.
Sino a una pequeña gota de lluvia otoñal,
Un confuso sentimiento,
El aroma de tierra húmeda en nuestras almas que tanto se separan.

Aunque no esté tu mano en nuestras manos,
Aunque no esté nuestra sangre en las venas de tus sueños,
La luz en el cielo inmaculado
Y la música invisible dentro de nosotros, ¡ay!, melancólica
Pasajera de cuanto nos retiene aún en el mundo.
Es húmedo el aire, la hora del otoño, la separación,
El apoyo amargo del codo en el recuerdo
Que aparece cuando la noche nos separa de la luz,
Tras la ventana rectangular que mira a la tristeza,
Que no ve nada,
Porque se hizo música invisible, llama en la chimenea,
Golpe del gran reloj en la pared.
Porque se hizo
Poema verso a verso, exhalación paralela a la lluvia, a las lágrimas, a las palabras.

Palabras no como las otras sino únicamente dedicadas a Ti.

Ελένη

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ώς τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

De: Orientations (Προσανατολισμοί)(1940)

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis

El concierto de los jacintos

I
Ponte un poquito más cerca del silencio y recoge los cabellos de esta noche que sueña, desnudo su cuerpo. Tiene
muchos horizontes, muchas brújulas, y un destino que arde incansable cada vez y sus cincuenta y dos papeles. Después
vuelve a empezar con otra cosa – con tu mano, que le da perlas para hallar un deseo, una islita de sueño.
Ponte un poquito más cerca del silencio y abraza la enorme ancla que gobierna en los abismos. Dentro de poco estará en
las nubes Y tú no entenderás, mas llorarás, llorarás para que yo te bese y cuando vaya a abrir una brecha en la mentira,
un pequeño tragaluz azul cielo en la ebriedad, me morderás.
Sombra celosa de mi alma, engendradora de una música en el claro de luna.

(Fragmento)

Η συναυλία των υακίνθων

I
Πλησίασε λίγο ακόμη στη σιωπή και μαζεψέ τα μαλλιά αυτής της νύχτας που ονειρεύεται, γυμνό το σώμα της.
Έχει πολλούς ορίζοντες, πολλές πυξίδες, κι έναν προορισμό που καίει ακατάπαυστα κάθε φορά και τα πενήντα δύο χαρτιά του.
Ύστερα αρχίζει πάλι απ’ την αρχή – με το χέρι σου, που της δίνει μαργαρίτες για να βρει μια επιθυμία, ένα νησάκι ονείρου.
Πλησίασε λίγο ακόμη στη σιωπή και αγκάλιασε την τεράστια άγκυρα που κυβερνάει στα βάθη.
Σε λίγο θα ‘ναι στα σύννεφα
Κι εσύ δεν θα καταλάβεις, μα θα κλαίξεις, θα κλαίξεις για να σε φιλήσω
κι όταν πάω να ανοίξω ένα ρήγμα στο ψέμα, ένα μικρό γαλανό φεingίτη μες στη μέθη, θα με δαγκώσεις.
Ζηλότυπη σκιά της ψυχής μου, γεννήτρα μιας μουσικής στο φεγγαρόφως.

II
Ήτανε, βλέπεις, το παιχνίδι των κρυστάλλων που έπαιρνε το φως της ημέρας, καθώς αυτό λιγόστευε πίσω από τα βλέφαρα.
Ήτανε το τραγούδι που άναβε στις γωνιές του δρόμου, εκεί που οι εραστές περίμεναν το πρώτο αστέρι.
Ήτανε η θλίψη της παλιάς κάρτας που βρέθηκε σε μια συρταριέρα, με την εικόνα ενός ξεχασμένου κήπου.
Κι όλα αυτά μαζί γίνανε μια υπόσχεση, ένας ήχος που έρχεται από μακριά και χτυπάει την πόρτα μας.
Μην ανοίξεις ακόμα. Άφησε τον άνεμο να παίξει με τα φύλλα των δέντρων, άφησε τους υακίνθους να σκορπίσουν το άρωμά τους μες στο σκοτάδι.
Είναι η ώρα που οι αναμνήσεις ντύνονται τα γιορτινά τους και βγαίνουν στον περίπατο της νύχτας.

III
Τώρα που η νύχτα έφτασε στο πιο βαθύ της σημείο, η συναυλία αρχίζει.
Δεν είναι όργανα ανθρώπινα, είναι οι ανάσες των λουλουδιών, το τρέμουλο των φύλλων, το μυστικό παράπονο του νερού που κυλάει.
Κι εμείς, βυθισμένοι σε τούτη τη μαγεία, γινόμαστε ένα με το τοπίο, μια νότα μες στην ατέλειωτη μελωδία.
Κοίταξε πώς λάμπουν οι υάκινθοι κάτω από το φως των άστρων, σαν μικρά φανάρια που οδηγούν τα βήματά μας στην αγάπη.
Κράτα το χέρι μου και μη φοβάσαι το σκοτάδι. Η μουσική αυτή θα μας φυλάει μέχρι το ξημέρωμα, μέχρι η πρώτη αχτίδα του ήλιου να σβήσει το όνειρο και να μας επιστρέψει στην αλήθεια.

De: Orientations (Προσανατολισμοί)(1940)

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis (2)

Eva

Te abandonas con ola en el silencio
Que asola mi habitada esperanza

Una antorcha al lado de la hoguera
Apuesta de los vientos nocturnos
Una marcha de sombra a la orilla de la Quimera
Una habitación
Habitación de hombres sencillos
Un misterio
Lavado y tendido en la mirada que deleita

En tu mirada o en la altura de su sol
Toda mi vida se vuelve una palabra
Todo el mundo tierra y agua
Y todas las llamas de mis dedos
Violan los labios del día
Cortan en los labios del día
Tu cabeza

Enfrentada a la soledad del sueño.

ΕYa

Αφήνεσαι με κύμα στη σιωπή 
Που ερημώνει την κατοικημένη ελπίδα μου

Ένα δασάκι πλάι στη φωτιά 
Στοίχημα των νυχτερινών ανέμων 
Ένα βηματισμό σκιάς στην όχθη της Χίμαιρας 
Ένα δωμάτιο 
Δωμάτιο των απλών ανθρώπων 
Ένα μυστικό 
Πλυμένο κι απλωμένο στη ματιά που θέλγει

Στη ματιά σου ή στο ύψος του ήλιου της 
Όλος μου ο βίος γίνεται μια λέξη 
Όλος ο κόσμος χώμα και νερό 
Κι όλες οι φλόγες των δαχτύλων μου 
Βιάζουν τα χείλη της ημέρας 
Κόβουν στα χείλη της ημέρας 
Το κεφάλι σου

Αντιμέτωπο στη μοναξιά του ονείρου.

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis (3)

Oda  a Santorini


                            
                           Brotaste de las entrañas de un trueno,
estremeciéndote en las nubes contritas,
roca amarga, sufrida, orgullosa,
buscaste el sol como primer testigo
para enfrentaros juntos al temerario fulgor
para desplegaros en el piélago como un eco.

Despertada por el mar, altiva,
erguiste un pecho de roca,
salpicada por la inspiración del viento sudeste,
para que allí grabara sus entrañas la esperanza,
para que allí esculpiera sus entrañas el dolor.
Con fuego, con lava, con humo,
con palabras que predican el infinito,
diste a luz la voz del día.

(Fragmento)

ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Βγήκες από τα σωθικά βροντής 
Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα 
Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη 
Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο 
Για ν’ αντικρίσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη 
Ν’ ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος

Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη 
Όρθωσες ένα στήθος βράχου 
Κατάστιχτου απ’ την έμπνευση της όστριας 
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη 
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα 
Με φωτιά με λάβα με καπνούς 
Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο 
Γέννησες τη φωνή της μέρας

Έστησες ψηλά 
Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία 
Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νους 
Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου 
Πλάι από ρόχθους, πλάι από καημούς αφρών 
Μέσ’ από τις ευχαριστίες του ύπνου 
Όταν η νύχτα γύριζε τις ερημιές των άστρων

Ψάχνοντας για το μαρτυρίκι της αυγής, 
Ένιωσες τη χαρά της γέννησης 
Πήδησες μες στον κόσμο πρώτη 
Πορφυρογέννητη, αναδυόμενη 
Έστειλες ως τους μακρινούς ορίζοντες 
Την ευχή που μεγάλωσε στις αγρυπνίες του πόντου 
Για να χαϊδέψει τα μαλλιά της πέμπτης πρωινής.

Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου 
Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο 
Με φωτιά με λάβα με καπνούς 
Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου

Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη 
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη 
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους 
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς 
Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται

Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα 
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς 
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα 
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου.

Ω κόρη κορυφαίου θυμού 
Γυμνή αναδυομένη 
?νοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου 
Να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία 
Σε χιλιάδες χρώματα ν’ αναβλαστήσει το αίσθημα 
Φτεροκοπώντας ανοιχτά 
Και να φυσήξει από παντού η ελευθερία

?στραψε μες στο κήρυγμα του άνεμου 
Την καινούρια και παντοτινή ομορφιά 
Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται 
Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας. 

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis (4)

Del Egeo

I
El amor
El archipiélago
Y la proa de sus espumas
Y las gaviotas de sus sueños
En la vela más alta el marinero hace ondear
Una canción

El amor
Su canción
Y los horizontes de su viaje
Y el eco de su nostalgia
En la roca más mojada la novia espera
Un barco

El amor
Su barco
y la despreocupación por sus vientos etesios
Y el foque de su esperanza
En su más suave oleaje una isla acuna
La llegada.

II
Juguetes las aguas
En los sombríos vados
Anuncian con sus besos el alba
Que despunta
Horizonte –

Y las palomas torcaces un eco
Hacen resonar en su cueva
Despertar azul en la fuente
Del día
Sol-

Da el mistral la vela
Al mar
Las caricias de los cabellos
A la indolencia de su sueño
Relente –

Una ola en la luz
Hace renacer los ojos
Donde la Vida boga hacia
La contemplación
Vida-

III
Murmullo beso en su arena acariciada – Amor
Su libertad azul la gaviota
Entrega al horizonte
Olas vienen y van
Espumosa respuesta en los oídos de las caracolas
¿Quién se llevó a la muchacha rubia y quemada por el sol?
La brisa con su soplo transparente
Inclina la vela del sueño
A lo lejos
Amor su promesa murmura – Bisbiseos.

Του Αιγαίου

I

Ο έρωτας 
Το αρχιπέλαγος 
Κι η πρώρα των αφρών του 
Κι οι γλάροι των ονείρων του 
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει 
Ένα τραγούδι 

Ο έρωτας 
Το τραγούδι του 
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του 
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του 
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει 
Ένα καράβι

Ο έρωτας 
Το καράβι του 
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του 
Κι ο φλόκος της ελπίδας του 
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει 
Τον ερχομό

II

Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας —

Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος —

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά —

Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή —

III

Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο – Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών

Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί τού ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει – Φλοίσβος.

De: Orientations (Προσανατολισμοί)(1940)

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis (5)

Salmo primero

Heme aquí pues,
el creado para las niñas y las islas del Egeo;
el amante de los saltos de las corzas
y sacerdote de las hojas del olivo;
el bebedor de sol y cazador de saltamontes.
 
Heme aquí justo al frente
del traje negro de los decididos
y del vientre vacío de los años, que abortó a sus hijos,
del grito del celo.
Una brisa disuelve los elementos y un trueno golpea las montañas,
¡Suerte de los inocentes, de nuevo sola, hete aquí, en los Estrechos!

En los Estrechos mis manos vacié
y otras riquezas no ví, y otras riquezas no oí,
sino fuentes frías que manan 
granadas o Céfiros o besos.
“Cada uno y su arma”, dije:
en los Estrechos mis granadas abriré.
En los Estrechos, guardianes a los Céfiros pondré.
¡Liberaré los viejos besos que mi anhelo ha consagrado! 
Una brisa disuelve los elementos y un relámpago golpea las montañas.
¡Suerte de los inocentes, eres mi propia suerte!

Ψαλμός Α΄

Εδώ λοιπόν εγώ
ο πλασμένος για τα κορίτσια και για τα νησιά του Αιγαίου·
ο εραστής του πηδήματος των ζαρκαδιών και ο μύστης των φύλλων της ελιάς·
ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.

Εδώ λοιπόν εγώ
κατάμουτρα στο μαύρο ένδυμα των αποφασισμένων
και στην άδεια μήτρα των χρόνων που απέβαλε τα παιδιά της,
στην κραυγή της ζήλειας.
Ένας άνεμος λύνει τα στοιχεία και αστραπή χτυπάει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε στα Στενά!

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα και άλλες πλάκες δεν είδα
και άλλα πλούτη δεν άκουσα,
παρά βρύσες κρύες που αναβλύζουν ρόδια ή Ζέφυρους ή φιλιά.
«Ο καθεδρός και τα όπλα του», είπα:
στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω.
Στα Στενά, βιγλάτορες στους Ζέφυρους θα στήσω.
Τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Ένας ο κόσμος που πατείς, μια η λέξη που προφέρεις.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου μοίρα!

De: Το Άξιον Εστί (To Axion Esti(editorial Ikaros1959)

Odysséas Elýtis — 6 Poemas de Odyseas Elyttis (6)

Odysséas Alepoudélis, seudónimo Odysséas Elýtis. ( Heraclión, Creta, Grecia, 2 de noviembre de 1911-Atenas, Grecia,18 de marzo de 1996). Poeta, traductor y ensayista. Premio Nobel de Literatura en 1979.​ Considerado como uno de los renovadores de la poesía griega del siglo XX.

Hijo pequeño de los seis hijos de María Braná y Panayiotis. En 1914, su padre trasladó sus fábricas al puerto del Pireo y su familia se instaló en Atenas. En 1917 comenzó estudiar en el colegio privado D. N. Makrí, donde permaneció siete años. En noviembre de 1920, tras la caída del gobierno de Venizelos, su familia hizo frente a diversas persecuciones que culminación con la detención de su padre, a causa de su apoyo a las ideas de Venizelos. Este tenía estrechas relaciones con la familia y se había sido alojado a menudo en su casa en la finca de Aklidiú.

En el verano de 1928 finalizó sus estudios de bachillerato. Presionado por sus padres, eligió estudiar química, acudiendo a varias academias privadas para preparar los exámenes de ingreso del curso siguiente. Descubrió la obra de Kavafis, Kalvos y la obra de Paul Éluard y de los surrealistas franceses, que ejercieron una importante influencia en sus ideas sobre la literatura y en su obra. Fue influenciado por el surrealismo y recibió prestado de él elementos, que sin embargo posteriormente remodeló de acuerdo con su visión personal poética, unido sin fisuras con el elemento lírico y la tradición popular griega.

En 1930 abandonó la idea de estudiar química y se matriculó en la facultad de Derecho de la Universidad de Atenas. Cuando en 1933 se fundó en la universidad el Grupo de Filosofía Ideocrática (en griego Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα), Elytis era uno de los representantes de los estudiantes, colaborando en la organización de las “reuniones del sábado”. Durante la misma época conoció la poesía contemporánea griega deEmmanuil Késaros,Theodoros Doru, el Nobel Giorgos Seferis y Nikitas Randu mientras recorría Grecia: «Auténticos pioneros, día tras día proseguíamos en ayunas y sin afeitar, agarrados al volante de un moribundo Chevrolet, subiendo y bajando colinas de arena, atravesando marismas, en medio de nubes de polvo y bajo despiadados chaparrones, superábamos incesantemente todos los obstáculos y devorábamos los kilómetros insaciablemente, que solamente nuestros veinte años y nuestro amor hacia esta tierra que descubríamos, podían justificar».

En 1935 se publicó la revista Nuevas Letras y conoció al poeta surrealista Andreas Embirikos; ambos mantuvieron una estrecha amistad, que duró más de 25 años. En el transcurso de un encuentro del círculo de Nuevas Letras en la casa del poeta Giorgos Katsímbalis, los asistentes se guardaron varios manuscritos de Elytis, con la excusa de estudiarlos mejor, y los compusieron tipográficamente a escondidas, presentándoselos más tarde al propio Elytis con el seudónimo de Odysseas Branás, con el objetivo de su publicación. Elytis pidió al principio su retirada dirigiéndose al propio Katsímbalis en una carta personal, pero finalmente fue convencido de publicarlos bajo el seudónimo de Odysseas Elytis.

La publicación de sus primeros poemas en Nuevas Letras se produjo en noviembre de 1935, en el undécimo número de la revista.Elytis publicó además varias traducciones de poemas de Paul Éluard 

En 1937 hizo el servicio militar en la Escuela de Oficiales de Reserva en Corfú. Poco después de licenciarse, al año siguiente, Mitsos Papanikolau publicó en Nuevas Letras el artículo “El poeta Odysseas Elitis”, que contribuyó a su consagración.

En 1939 abandonó definitivamente sus estudios de Derecho en la Universidad de Atenas para dedicarse al ejercicio literario. Después de las publicaciones de sus poemas en revistas, se publicó su primera recopilación poética, con el título Orientaciones(Προσανατολισμοί) donde se aprecia la influencia del surrealismo. Al año siguiente, fueron traducidos por primera vez sus poemas a una lengua extranjera, cuando Samuel Baud Bony publicó un artículo sobre la poesía griega en la revista suiza Formes et Couleurs.

Con el comienzo de la guerra, Elytis se alistó como alférez. El 13 de diciembre de 1940 fue trasladado al frente y el 26 de febrero del año siguiente, fue llevado con un caso grave de tifus al hospital de Loánina. Allí mismo, en la primavera de 1942, publicó su ensayo La verdadera fisonomía y la audacia lírica de A. Kalvos. Durante la ocupación fue uno de los miembros fundadores del “círculo Palamás” (en honor del poeta griego Kostis Palamas) el 30 de mayo de 1943.

En noviembre de 1943 se publicó la recopilación El sol primero con las variantes encima de un rayo (Ο ‘Ηλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μία αχτίδα), en 6000 copias numeradas, un himno de Elytis a la alegría de la vida y a la belleza de la naturaleza. En Nuevas Letras, que volvió a editarse en 1944, publicó su ensayo Las niñas (Τα Κορίτσια) y en 1945 comenzó su colaboración con la revista Cuaderno (Τετράδιο), traduciendo poemas de Federico García Lorca-Estos fueron musicalizados por Mikis Theodorakis en 1967 con el nombre original- y presentando en su primer número su obra poética Canto heroico y fúnebre por el subteniente caído en Albania (Ασμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας). La guerra de los años 40 le dio la inspiración para otras obras: Bondad en las Likoporiés (Καλωσύνη στις Λυκοποριές), Albanesa (Αλβανιάδα) y la incompleta Barbarie (Βαρβαρία).

Durante un corto intervalo entre 1945 y 1946 fue nombrado director del programa en la Institución Nacional de la Radio. Colaboró también con la Revista Anglo-Helénica, donde publicó los ensayos “Libertad” y “Diario” (Ελευθερία y Καθημερινή) y mantuvo hasta 1948 una columna de crítica del arte.

En 1948 viajó a Suiza y luego a París donde cursó clases de filosofía en la Sorbona. En París fue miembro fundador de la Asociación Internacional de Críticos de Arte y tuvo la oportunidad de conocer a André Breton, Paul Éluard, Albert Camus, Tristan Tzara, Pierre Jean Jouve, Joan Miró y otros artistas e intelectuales.

Con la ayuda del crítico de arte anglo-heleno Tériade también conoció a los grandes artistas Henri Matisse, Marc Chagall, Alberto Giacometti, Giorgio de Chirico y Pablo Picasso, sobre cuya obra escribió más tarde artículos y a quien dedicó el poema Oda a Picasso. En el verano de 1950 viajó a España para luego residir en Londres desde finales de 1950 a mayo de 1951, donde colaboró con la BBC realizando cuatro discursos radiofónicos. Un poco antes había comenzado a componer To axion estí.

En 1952 regresó a Grecia y asumió de nuevo durante un año la dirección del programa EIP, nombrado por el gobierno de Aléxandros Papagos, puesto al que renunció al año siguiente. Al final del año, se convirtió en miembro de la Sociedad Europea de la Cultura en Venecia y miembro del consejo de administración del Teatro del Arte (Ο Θέατρος Τέχνης) de Károlos Koun.

En 1958, después de un periodo de silencio de alrededor de 15 años, se publicaron extractos del To áxion estí en la revista Examen del arte (Επιθεώρηση Τέχνης). En marzo de 1960 la editorial Íkaros publicó la obra. Algunos meses más tarde obtuvo por To áxion estí el Primer Premio Nacional de Poesía. Durante el mismo periodo se publicaron los Seis y un remordimientos para el cielo (Έξι και Μία Τύψεις για τον Ουρανό).

Entre marzo y junio de 1961 visitó los Estados Unidos por una invitación del gobierno. Al año siguiente, después de un viaje a Roma, visitó la Unión Soviética invitado con Andreas Embirikos y Giorgos Theotokás.

En 1965 el rey Constantino II le otorgó la medalla de Taxiarjos del Fénix. Al año siguiente completó la recopilación de ensayos que constituirían las Cartas abiertas. Paralelamente realizó viajes a Sofía, invitado por la Unión de Escritores Búlgaros, y a Egipto.

Después del golpe de Estado del 21 de abril de 1967, se alejó de las actividades oficiales dedicándose principalmente a la pintura y al arte del collage.

El 3 de mayo de 1969 abandonó Grecia y se trasladó a París, donde comenzó la redacción de la composición Luz del árbol (Φωτόδεντρο). Algunos meses más tarde visitó durante un tiempo Chipre; en 1971 regresó a Grecia y al año siguiente se negó a recibir el Gran Premio de Literatura que había decretado la dictadura. Tras la caída de esta, fue nombrado presidente del Consejo de Administración del Ε.Ι.Ρ.Τ. y miembro por segunda vez del Consejo de Administración del Teatro Nacional (1974-1977). El partido Nueva Democracia le ofreció una candidatura para el Parlamento, que rechazó permaneciendo fiel a su principio de no involucrarse activamente en política. En 1977 renunció también a su investidura como académico.

Durante los años que siguieron, continuó su polifacética obra intelectual. En 1978 fue honrado con un doctorado honoris causa en Filosofía por la Universidad Aristóteles de Salónica.

En 1979 recibió el Premio Nobel de Literatura. De acuerdo con la comunicación oficial, le fue concedido «por su poesía, que teniendo como fondo la tradición griega, pinta con fuerza sensible y creadora y sagacidad intelectual la lucha del hombre moderno por la libertad y la creación».

A la concesión del Nobel le siguieron distinciones honoríficas dentro y fuera de Grecia, entre las cuales se encuentran la concesión del Tributo del Honor en una sesión extraordinaria del Parlamento Griego, su investidura como Doctor honoris causa por la Sorbona, la creación de una cátedra de Estudios Neogriegos con el nombre de Cátedra Elytis en la Universidad Rutgers de Nueva Jersey, así como la concesión de la Medalla Benson de la Royal Society of Literature de Londres.

Odysséas Elýtis murió a causa de un infarto en Atenas el 18 de marzo de 1996.

Si hay un elemento esencial en la poesía de Elytis ese es «La Luz» componente de su misterio. Para el poeta, esto forma parte de la raíz helénica de su arte:

Más allá de su obra poética, Elitis dejó ensayos importantes, recopilados en los tomos de Cartas Abiertas (1974) y En Lefkó (en griego Εν Λευκώ) (1992), así como notables traducciones de poetas europeos y autores teatrales.

La recopilación Dignum Est y otros poemas (Barcelona, 2008), tr. Cristián Carandell, recoge una muestra amplia de la trayectoria de Elytis, desde Orientaciones hasta De cerca.

Enlaces de interés :

http://www.byzantion.uchile.cl/index.php/RBNH/article/viewFile/18241/19135

https://es.wikipedia.org/wiki/Odysséas_Elýtis

http://www.hellenes.com/odysseas.aspx

Deja una respuesta

Tu dirección de correo electrónico no será publicada. Los campos obligatorios están marcados con *

Funciona gracias a WordPress | Tema: Baskerville 2 de Anders Noren.

Arriba ↑